Από την Ατλαμάζογλου Στυλιανή


Να ‘μαστε, λοιπόν, γιαγιά, στο ίδιο νεκροταφείο, είκοσι τρία χρόνια μετά τον παππού. Τότε ήμουν παιδάκι, δεν κατάλαβα τίποτα, παρόλο που θυμάμαι εκείνη τη μέρα. Τούτη φορά, ήρθαμε για ‘σένα, για να σου πούμε το στερνό αντίο, για να σου αφήσουμε ένα λευκό λουλούδι. Σε έζησα στα καλά σου, στα άσχημα, στα χειρότερα και στο τέλος. Σε είδα να βγαίνεις από το σπίτι σε εκείνο το κουτί, φορώντας τα ρούχα που σου διάλεξα. Χρώμα σου διάλεξα, όχι μαύρο. Χρώμα, όπως είχε κι η ζωή που έζησες πλάι στον παππού.

«Έφυγες» γιαγιάκα μου. Είχες κουραστεί. Το περιμέναμε όλοι, το ξέραμε ότι θα γινόταν. Μέσα στη θολούρα του μυαλού σου και την βασανιστική ακινησία, υπήρχαν στιγμές καθαρές. Το ήξερα ότι ήθελες να «ξεκουραστείς», το έβλεπα. ‘Κείνο που δεν ήξερα, αλλά συνειδητοποίησα, ήταν το πώς ένιωθαν όλοι, σε όσους έδινα συλλυπητήρια τόσα χρόνια. Πονάει, πονάει πολύ και τώρα που στα γράφω, λες και θα τα διαβάσεις από εκεί ψηλά.

Με ρώταγες κάθε φορά που με έβλεπες, αν θυμόμουν τι μου είχες πει. «Ότι με αγαπάς», σου απαντούσα. Μετανιώνω για όσες φορές δεν ήρθα, τελικά, να σε δω. Μετανιώνω για όσα ήθελες να με μάθεις και έμειναν στα λόγια. Μετανιώνω που δεν σε ρώτησα πράγματα παραπάνω για τη ζωή σου. Τα του παρελθόντος τα θυμόσουν, έτσι κι αλλιώς, με την παραμικρή λεπτομέρεια. Μετανιώνω που σου θύμωνα λίγο, όταν έκανες ένα διάλειμμα από την πραγματικότητα. Θυμάμαι που ξεκίνησες να με μαθαίνεις να πλέκω με το βελονάκι. Δεν ξέρω, γιατί δεν συνεχίσαμε. Μετανιώνω και για αυτό. Βλέπω τα εργόχειρά σου και σε θαυμάζω. Πόσο θα χαιρόμουν τώρα, αν με μάθαινες.

Θα κρατήσω τις κλωστές και τα βελονάκια σου να μάθω να πλέκω και να κεντώ. Και θα κρατήσω και τις συνταγές σου, να μαγειρεύω τα πολίτικα φαγητά στην οικογένειά μου, ξέρεις, από αυτά που μας έφτιαχνες. Δεν έχω φάει ωραιότερα ιτσλί από τα δικά σου, να ξέρεις. Δεν έχω δει ωραιότερα σχέδια από τα δικά σου πάνω τους σε κανένα ζαχαροπλαστείο. Θυμάμαι, που ερχόμουν να φτιάξουμε κουλουράκια. Ήταν η αγαπημένη μου ασχολία μαζί σου. Έχουν χαραχτεί στη μνήμη μου αυτές οι νόστιμες στιγμές, πασπαλισμένες με ζάχαρη και αλεύρι και νόστιμο χτυπητό αυγό με κακάο. Θυμάμαι τα γέλια που κάναμε, όταν επιχείρησα να κοσκινίσω για πρώτη φορά το αλεύρι και το έριξα όλο πάνω σου. Πλέον, δεν γεμίζω την κουζίνα αλεύρι, γιαγιά μου. Σε θυμάμαι στη ραπτομηχανή να δημιουργείς. Σε θυμάμαι να τραγουδάς μόνη σου. Σε θυμάμαι να ψέλνεις, ακούγοντας τη λειτουργία της Εκκλησίας.

Λένε πως ο άνθρωπος πεθαίνει, μόνο, όταν τον λησμονήσεις και παύεις να μιλάς για εκείνον. Σε έχασα, γιαγιά, αλλά υπάρχεις στις αναμνήσεις μου, κι ας σε βλέπω, πλέον, μόνο στις κορνίζες. Είμαι συνέχειά σου, περήφανη, για όσα μου κληροδότησες. Υπάρχεις στη σκέψη μου, στα πικάντικα φαγητά που μαγειρεύω, στα κουλουράκια που πλάθω, στα ρούχα που ράβω, στα όσα με συμβούλευες να κάνω, στα γράμματά σου, στις στιγμές που τραγουδώ στο σπίτι μόνη μου, στα λαχανικά που μεταφυτεύω.

Βαρύ το πένθος, για όποιον το βιώνει. Σκοτεινός και μυστήριος ο θάνατος. Πιστεύουμε ότι είμαστε ψύχραιμοι και δυνατοί κι άτρωτοι στην ιδέα του αναπόφευκτου, όμως, όταν το νήμα κοπεί, όλα ανατρέπονται. Ο καθένας από εμάς βιώνει τα πέντε στάδια του πένθους διαφορετικά κι αντιδρά με τον δικό του τρόπο. Βγαίνεις, γελάς, θέλεις παρέα, θυμώνεις, απομονώνεσαι, κλαις, αποζητάς την ησυχία σου, κλαις ξανά. Δεν αλλάζει το αποτέλεσμα, δεν θα ξαναδείς τον άνθρωπό σου. Ούτε ο χρόνος θα γυρίσει. Καμιά παρηγοριάς κουβέντα δεν θα γαληνέψει την ψυχή σου.

Προσπαθώ να διαχειριστώ αυτήν την αλλαγή, γιαγιά, προσπαθώ να δεχτώ την απουσία. Κι όσοι δεν θέλησαν να μάθουν καλά το μέσα μου, θαρρούν πως αδιαφορώ και απορούν που βγαίνω. Κι εγώ γελάω το πρωί και τη νύχτα κλαίω. Τι σημασία να δώσω και σε ποιον; Ποιος ο λόγος να απολογηθώ, αφού ‘βγάλαν ήδη το συμπέρασμα; Αφήστε με στον πόνο που δεν βλέπετε, καημένοι. Σταμάτησα να ασχολούμαι με τους άλλους, ας λέτε ό,τι θέτε. Έχετε το δίκιο σας κι έχω το δικό μου.

 

Υ.Γ.: Βρήκα κάτι μαντηλάκια στο συρτάρι σου και τα μοίρασα στους συγγενείς για την κηδεία. Ο μπαμπάς μου μού είπε ότι έκανες κι εσύ το ίδιο. Περίεργο, ε; Το κράτησα το δικό μου μαντήλι, γιαγιά. Έχει τα δάκρυά μου για εσένα πάνω του. Είσαι ήρεμη πια. Σε αγαπώ και σε θυμάμαι.

 

Το γιαβρί σου

(Visited 783 times, 1 visits today)

Leave A Comment

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.