Χριστούγεννα 2017, Αθήνα.

Παθιασμένα φιλιά ερωτευμένων κάτω από τα γκι θα δεις, που, θαρρείς, κάνουν το Xρόνο να κοντοστέκεται για χάρη τους, σα να έχει υπογράψει κάποιο μυστικό κοντράτο με τον Έρωτα. Δεκάδες κι οι αδέσμευτες καρδιές, μοναχικές ψυχές, που κοιτούν, περνώντας, τα φιλιά, ξανακοιτούν μπροστά τους και προχωρούν και χάνονται, κι εύχονται να χαρίσει και σ’ αυτούς το σύμπαν λίγη απ΄ τη μαγεία ενός αληθινού φιλιού.

Ο χρόνος, αυτός που φεύγει, δεν είν’ άλλος απ΄αυτόν που έρχεται. Μεγαλώνει και μένει ίδιος ταυτόχρονα. Άλλοτε γιατρός κι άλλοτε δικαστής αμείλικτος. Κι αν κοντοστέκεται κι αν τρέχει, όλους τους βλέπει, για όλους μεριμνά. Είναι όλα γραμμένα στο κοντράτο. Εγγυητές, η μοίρα και η τύχη. Όλα θα έρθουν. Κάποια θα μείνουν, άλλα θα φύγουν.

Σκέψου, πως έρχονται μέρες γιορτινές. Ολοστόλιστες οι Αθηναϊκές συνοικίες, λαμπεροί οι δρόμοι, παντού χρώματα, λαμπιόνια και τραγούδια. Ευχές, κάλαντα, φαγητά γλυκά και δώρα σε πολύχρωμες σακούλες. Νύχτες φλογερές, γεμάτες έρωτα, αγάπη, φίλους, χορό και διασκέδαση. Μέρες μελαγχολικές για όσους ψάχνουν, αυτό που τους λείπει. Μια κοινή ελπίδα για χιονοπόλεμο, ένας «αγέννητος» χιονάνθρωπος που σε περιμένει να του δώσεις ψυχή. Μια περίοδος που τα παιδιά προσμένουν, μια περίοδος που οι ενήλικες βρίσκουν την ευκαιρία να ξαναγίνουν παιδιά.

Τώρα σκέψου, πως για κάθε φορά, που ευχόμαστε «καλά Χριστούγενα», υπάρχει ένα ερώτημα αναπάντητο μερικών συνανθρώπων μας· για το πώς θα περάσουν τις γιορτινές μέρες. Όλα τα προαναφερθέντα ίσως και να τους λείπουν. Σε μερικούς λείπουν τα πάντα· το σπίτι, η οικογένεια, οι φίλοι, ο έρωτας, το φαγητό, τα χρήματα, η ζέστη. Αυτοί οι άνθρωποι για σπίτι τους έχουν το δρόμο, φίλους κάνουν τα πουλιά και τα αδέσποτα, χρήματα δεν έχουν παρά μόνο, όσα με οίκτο τους πετάξεις στο ποτηράκι. Κι ο έρωτας; Άστεγος κι αυτός. Κι ο χρόνος; Κι οι άνθρωποι; Τους προσπερνούν. Τους προσπερνάμε. Για δευτερόλεπτα θλιβόμαστε, λέμε ένα «τι κρίμα», νιώθουμε για λίγο άσχημα και συνεχίζουμε, να προλάβουμε τις ετοιμασίες για τις δεξιώσεις.

Πόσο ευφάνταστη, πόσο υπέρλαμπρη η Αθήνα των Χριστουγέννων, σαν όμορφη γυναίκα βγαλμένη από παραμύθι. Το φόρεμά της γεμάτο στραφταλίζουσα αστερόσκονη και τα χέρια της γεμάτα δώρα. Αποφεύγει να δει τη μορφή της στον καθρέπτη. Ξέρει, ότι ο καθρέπτης υπάρχει, αλλά δεν τον βλέπει. Αόρατο τον κάνει με μια της λέξη και μια μη πράξη. Φοβάται να δει και να αντιμετωπίσει τον άλλο της εαυτό. Την γυναίκα απέναντί της, την αδυνατισμένη, με τα παλιόρουχα και τα μπερδεμένα μαλλιά. Τα χέρια της αδειανά. Δεν έχει τίποτα δικό της να κρατήσει. Όλα είναι των άλλων. Κι όλα, όσα ζητά δικαιωματικά, δεν μπορούν να της δοθούν. Ο καθρέπτης όμως υπάρχει κι όλοι έχουν δει την άλλη γυναίκα εκεί στο γκρίζο φόντο, στην αντανάκλαση του λαμπερού ειδώλου τους. Ποιος θέλει να ξεβολευτεί; Ποιος θέλει να δώσει; Πώς θέλουν όλοι να παίρνουν και να μην δίνουν; Πώς κοιμόμαστε τα βράδια, να ‘ξερα.

Υπάρχουν, ευτυχώς, άνθρωποι που προσφέρουν, άνθρωποι που κάνουν έργο με ανιδιοτέλεια, αλλά είναι λίγοι. Αν ήμασταν όλοι από λίγο κι όχι λίγοι σκέτο, δεν θα έβλεπες έξω ούτε έναν άστεγο, ούτε έναν πεινασμένο. Δεν μπορώ να επιρρίψω ευθύνες σε κάποιον. Ευθυνόμαστε όλοι· πολίτες, κράτος, η κοινωνία ολάκερη.

Δεν ξέρω για τις άλλες πόλεις, τι γίνεται. Εγώ εδώ ζω. Όμως, δεν περιμένω να δω κάτι καλύτερο. Ο «γυάλινος ταχυδρόμος» φροντίζει να μας στέλνει εικόνα από τα μαντάτα του κόσμου, χωρίς ίχνος διακριτικότητας και ανθρωπιάς. «Γυμνή» δεν την θέλουμε την αλήθεια, άλλωστε;

Εγώ θα προσπαθώ να βάζω ένα λιθαράκι μικρό κάθε φορά. Όσο μπορώ κι όσο αντέχω. Και θα είμαι ευγνώμων, για όσα έχω. Και θα λέω κι ένα «ευχαριστώ» το βράδυ πριν πέσω για ύπνο. Και θα δίνω και θα προσφέρω, αν έχω. Όλοι μας, θα έπρεπε, από λίγο.

Προσεχώς… Χριστούγεννα στην Αθήνα.

 

 

«Μ’ από την κόλασή μου, σου φωνάζω:

Εικόνα σου είμαι, κοινωνία, και σού μοιάζω.»

Γαλάτεια Καζατζάκη

(Visited 3 times, 1 visits today)

Leave A Comment

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.