Από την Ατλαμάζογλου Στυλιανή


Η επόμενη μέρα. Μαύρη, καταθλιψτική, θολή, όπως ο ουρανός. Δεν είναι αυτός ο ελληνικός ουρανός που ξέρω. Χιλιάδες λέξεις στροβιλίζονται στο μυαλό μου. Μου λένε στον δρόμο «καλημέρα» και δεν απαντώ το ίδιο. Ποια «καλημέρα»; Για ποιον είναι καλή; Πόσα, ξεστόμισα, «γιατί», πόσα «γαμώτο», και πόσους διαόλους στέλνω από χθες, δεν μέτρησα. Πόσες κατάρες έφυγαν από το στόμα μου. Την ίδια στιγμή το ξανασκέφτομαι, γιατί, υποτίθεται, «δεν γνωρίζουν, τι κάνουν». Όχι, όχι, όχι. Το μυαλό μου στέρεψε από κάθε ίχνος πολιτισμού και ευγένειας. Στέρεψα από πολιτισμό, όταν έπεσε το πρώτο δάκρυ. Δεν αντέχεται αυτό. Δεν το χωράει ανθρώπινος νους. Δεν μπορώ να το κάνω εικόνα. Δεν θέλω.

Σήμερα, δεν θα μιλήσω ούτε όμορφα ούτε πολιτισμένα. Δεν θα πω και πολλά. Όσα βγουν, όσα μου έρθουν. Σήμερα, δεν έχω όρεξη να δημοσιεύσω στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης το νόστιμο φαγητό μου, το δροσερό παγωτό ή το πού θα πάω. Δεν θα παραπονεθώ για τα μικροπροβλήματα που αντιμετωπίζω. Σήμερα το βουλώνω. Πενθώ, θλίβομαι, ο νους μου γεμάτος σκέψεις και εικόνες. Αν δεν είναι αδιαφορία, είναι το λιγότερο έλλειψη σεβασμού να προβάλλεις την λαμπερή ζωή που ζεις ή θες να προβάλλεις. Για παράδειγμα, είναι αχαριστία, κυρά μου, από μεριάς σου να λες πρωινιάτικα στο τρένο «τι τραβάμε» στο πλαίσιο συζήτησης για παπούτσια, με τη φίλη σου. Πώς κρατήθηκα εκείνη την ώρα και δεν σου μίλησα. Είναι ξεφτίλα να ποστάρεις τη φάτσα σου για να πάρεις επιβεβαίωση σήμερα. Δεν χάθηκε ο κόσμος αν δεν σε δει ο/η γκόμενος/α μια μέρα.

 Εδώ ο κόσμος καίγεται… Eδώ, ο κόσμος καίγεται. Καίγεται κυριολεκτικά. Ο κόσμος μου, ο κόσμος μας. Τον κάψανε. Κάηκαν οι τόποι μου, τα δάση μου, κάηκαν οι συνάνθρωποί μου. Κάηκαν γυναίκες, άνδρες, παιδιά και ζώα. Έκαψαν τα σπίτια τους. Έκαψαν τη ζωή τους, τα όνειρά τους. Κάηκαν άνθρωποι, έγιναν στάχτη. Ω, Θεέ μου, αλίμονο. Οι τελευταία τους πνοή έγινε ένα με τα σύννεφα. Είναι εκεί πάνω και μας βλέπουν. Δεν πρόλαβαν. Μωρά που δεν πρόλαβαν να γνωρίσουν τον κόσμο. Άνθρωποι που δεν πρόλαβαν να χαρούν τη ζωή τους, το καλοκαίρι τους. Ένας χειμώνας θυσίες, μέσα στις δυσκολίες της καθημερινότητας, για να χαρούν το καλοκαίρι τους. Το τελευταίο τους καλοκαίρι. Αλίμονο, πού να το ήξεραν; Εκείνη η φωτογραφία του καρβουνιασμένου σώματος, που είδα πριν λίγο, νομίζω ότι θα μείνει χαραγμένη στο μυαλό μου για πάντα. Φρίκαρα. Δεν πρόλαβαν να σωθούν. Δεν πρόλαβε να τους βοηθήσει κανείς. Τέτοιες αμαρτίες πώς να ξεπλυθούν;

Πατάτε επί απανθρακωμένων πτωμάτων. Τα κάψατε όλα. Ναι, σε εσάς απευθύνομαι, που ξεκινήσατε και ετούτη κι όποια άλλη πυρκαγιά έως τώρα. Δεν με ενδιαφέρουν τα κίνητρά σας. Δεν με αφορούν τα κέρδη σας. Μαύρα σαν κάρβουνα θα είναι και θα στάζουν αίμα. Καταραμένα λεφτά. Το ακούτε; Όλα θα πληρωθούν. Πώς μπορείτε και κοιμάστε τα βράδια, αλήθεια; Δεν σας κυνηγούν οι ερινύες; Δεν βλέπετε εφιάλτες; Εφιάλτες, όπου στέκεστε κι εσείς εκεί, ακίνητοι, δεμένοι, στη μέση του φλεγόμενου δάσους, προσπαθώντας μάταια να αναπνέυσετε, βλέποντας την πύρινη λαίλαπα να πλησιάζει με μανία. Να φοβάστε τόσο, που να βλέπετε τη ζωή σας να περνά από μπροστά. Να ακούτε κλάματα και ουρλιατά αγωνίας και τρόμου. Ουρλιαχτά κι απελπισμένες κραυγές των παιδιών σας, και των συντρόφων σας. Να μην έχετε, πού να πάτε. Η κόλαση να είναι εκεί, γύρω σας. Να καταρρέουν οι αγαπημένοι σας άνθρωποι γύρω και, αυτό, να το βλέπετε, χωρίς να μπορείτε να κάνετε το παραμικρό. Να παλεύετε να κρατηθείτε στη ζωή και να ελπίζετε να γίνει κάποιο θαύμα, να σας σώσει κάποιος. Να πέφτετε στα γόνατα, να εύχεστε να μην είχατε βρεθεί εκεί. Να σας κατατρώει η φλόγα τη σάρκα με λύσσα. Τέτοια φρικαλέα όνειρα δεν βλέπετε; Να έρχεστε κάθε βράδυ, για όλη την υπόλοιπη ζωή σας, στη θέση των δύστυχων ανθρώπων; Μακάβριο, ε; Δεν θέλω να είμαι πολιτισμένη σήμερα. Αν, όντως, η φωτιά ήταν οργανωμένη, είναι μαζική δολοφονία. Δολοφόνοι, αυτοί που την άναψαν, δολοφόνοι, κι αυτοί που την οργάνωσαν. Ο άνεμος θα φυσούσε, έτσι κι αλλιώς, δεν θα μπορούσε να είναι με το μέρος της φωτιάς. Η φύση, γελαστήκατε, πως ήταν με το μέρος σας. Γελάστε και χαρείτε, όσο προλαβαίνετε, γιατί θα σας το επιστρέψει και με το παραπάνω, ανόητοι. Τον ίδιο βρώμικο αέρα αναπνέουμε πλέον. Δεν ζείτε αλλού. Ανόητοι, ανόητοι, αλίμονο. Καταστρώνετε, πώς θα φουσκώσει κι άλλο η τσέπη σας. Στο μεταξύ, το μυαλό σας κι η καρδιά σας αδειανά. Μισείτε τον εαυτό σας και σκοτώνετε αθώους.

Δεν μπορώ να αναπνεύσω καλά, σήμερα. Έχει φτάσει, μέχρι τα προάστια η κάπνα και η στάχτη, είναι βαρύς ο αέρας, βαριά η ατμόσφαιρα. Δεν μπορώ να καταλάβω με ακρίβεια τη δυστυχία τους. Στεναχωριέμαι τόσο, όμως, που δεν με ενδιαφέρει να πω κάτι να γελάσουμε στη δουλειά. Έχουμε κανονίσει οι φίλες αύριο για καφέ και το θέμα θα είναι αυτό. Νιώθω ευγνωμοσύνη που ζω και σήμερα, που ξύπνησα στο σπίτι μου, όσα προβλήματα κι αν έχω. Εύχομαι να σταματήσει το κακό, επιτέλους. Μια παράκληση, μόνο. ΒΟΗΘΗΣΤΕ. Έχουν αναρτηθεί παντού και κοινοποιούνται τρόποι βοήθειας και μέρη που μπορεί κανείς να αποταθεί. Όλοι οι Δήμοι και οι φορείς είναι ενεργοποιημένοι. Καλές οι προσευχές, βοηθούν και λίγο τα σιχτίρια, για την εκτόνωση της οργής, αλλά το κακό έγινε. Από εδώ και πέρα πράξεις. Από εδώ και πέρα, η βοήθεια σε αυτούς που έμειναν πίσω. Σήμερα εκείνοι, αύριο ποιος;

(Visited 2.306 times, 1 visits today)

Leave A Comment

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.